3-9-031
Βρείτε το βιβλίο στο ράφι.
Το χρυσό άρμα – Λαϊκά παραμύθια των Τατάρων
- Συγγραφέας: Μπογιαρίνοφ Β.
- Μετάφραση: Ντούπη Πέρσα
- Εικονογράφηση: Μάγιοφις Μ.
- Κατηγορία: 3.9. Παραμύθια (Ρωσία) - Συλλογές
- Ταξινόμηση: Κοινωνικές επιστήμες
- Τάξεις: Α', Β', Γ'
- Σελίδες: 23
- Χρονολογία παρούσας έκδοσης: 2015
- Εκδόσεις: Σύγχρονη Εποχή
Σύνοψη βιβλίου
- Κάποτε ένας σουλτάνος συλλογίστηκε να κάνει κάτι πολύ σπουδαίο. Κάτι που θα το ζήλευαν όλοι οι άρχοντες του κόσμου. Κάλεσε λοιπόν τους πιο φημισμένους δουλευτές του χρυσού, τεχνίτες και χαράκτες και τους πρόσταξε: “Φτιάξτε μου ένα χρυσό άρμα”. Οι μαστόροι πέσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Τις μέρες δεν ξεκουράζονταν και τις νύχτες δεν κοιμόνταν. Και μεταξύ τους προσπαθούσαν να μαντέψουν: “Τι το χρειάζεται ο σουλτάνος το άρμα; Και γιατί να είναι χρυσό;” Κύλησαν τρεις μήνες, ήρθαν οι τρεις επόμενοι. Το άρμα ήταν πια έτοιμο, κι ήταν υπέροχο. Οι τροχοί του έλαμπαν σαν τον ήλιο το καταμεσήμερο και οι ακτίνες τους άστραφταν σαν πρωινές ηλιαχτίδες. Ακόμα και τα άλογα δεν τολμούσαν να πλησιάσουν στο ζυγό, φοβούνταν μην καούν. Συγκέντρωσε ο σουλτάνος τους πιστούς του υπηρέτες. “Ταξιδέψτε”, τους λέει, “με το χρυσό άρμα σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Και ρωτήστε στα πέρατα της γης πόσο αξίζει αυτό το άρμα.” Οι υπηρέτες πήγαν και βρήκαν στα χωράφια το καλύτερο άλογο. Το τάισαν με χρυσαφένια βρώμη και το πότισαν μέλι φλαμουριάς. Ύστερα έζεψαν το άλογο στο άρμα και κίνησαν για το ταξίδι τους στον απέραντο κόσμο. Πέρασαν ένα βασίλειο, μα δεν έμαθαν πόσο άξιζε το χρυσό άρμα. Πέρασαν κι άλλο ένα, τίποτα. Οι άνθρωποι σκέπαζαν τα μάτια τους για να προφυλαχτούν από τη δυνατή του λάμψη και κανείς δε μπορούσε να υπολογίσει την αξία του. Το τρίτο βασίλειο το διέσχισαν από άκρη σ’ άκρη. Μάταια όμως. Σώπαιναν οι σοφοί. Κι ο απλός λαός ρωτούσε μόνο: “Και τι το θέλει ο σουλτάνος το άρμα και μάλιστα χρυσό;” Τρεις φορές κύλησαν στους κάμπους τ’ ανοιξιάτικα ρυάκια. Τρεις φορές φούσκωσε και ξεχείλισε ο Βόλγας.
